Εισήγηση της εκδήλωσης για τις πυρκαγιές στην Εύβοια

Εισήγηση της εκδήλωσης/συζήτησης που ακολούθησε την προβολή του ντοκιμαντέρ “Βόρεια Εύβοια – Το Σχέδιο” στο πάρκο Δρακόπουλου την Πέμπτη 23/6/2022.

Καλησπέρα σας, αρχικά να ευχαριστήσουμε τα μέλη της Συνέλευσης Αγώνα Βόρειας Εύβοιας για τη συμμετοχή τους στη σημερινη εκδήλωση. Η συνέλευση όπως θα διαπιστώσετε και στη συνέχεια, πρόκειται για μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία συντρόφων και συντροφισσών με τόπο κατοικίας ή καταγωγή από την Βόρεια Εύβοια.  

Σήμερα είναι μια ιδιαίτερη μέρα μιας και σήμερα το πρωί εμφανίστηκαν εργάτες με υλικά στο πάρκο Δρακόπουλου για να ξεκινήσουν τις εργασίες της ανάπλασης. Ευτυχώς κάποιος κόσμος της ανοιχτής συνέλευσης υπεράσπισης του πάρκου μαζεύτηκε και αφότου τους εξήγησε τους λόγους που αντιδρούμε στα έργα, έφυγαν. Άρα η σημερινή εκδήλωση έχει μια διπλή σημασία. Τόσο για την ανάδειξη των όσων έγιναν πέρσι στην Εύβοια και τον καταστρεπτικό ρόλο κράτους και κεφαλαίου, όσο και για το βάρος που πρέπει να ρίχνουμε στον τρόπο οργάνωσης του αγώνα για την υπεράσπιση της Φύσης.  

Πριν δώσουμε το λόγο στη συνέλευση, θα θέλαμε να κάνουμε μια μικρή εισαγωγή. Μια εισαγωγή που θα προσπαθήσει σύντομα να εξηγήσει γιατί τέτοιες εκδηλώσεις είναι πολύ σημαντικές να διοργανώνονται στην μητρόπολη και να ανοίγονται συζητήσεις για αγώνες που αν και διεξάγονται μακριά, μας αφορούν περισσότερο απ’ ότι νομίζουμε. 

Τον Αύγουστο του 2021, την περίοδο των πυρκαγιών σε Εύβοια και Βαρυμπόμπη, όσοι και όσες από εμάς βρισκόμασταν στην Αθήνα βιώσαμε μια δυστοπική κατάσταση. Αυτή η δυστοπία δεν αφορούσε μονάχα τις εφιαλτικές εικόνες από τις περιοχές που καιγόντουσαν και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι καπνοί πάνω από την πόλη. Αφορούσε κυρίως την απόφαση του κράτους να επιβάλλει ολική απαγόρευση στα κοντινά βουνά, ένα κανονικό «λοκντάνουν», για λόγους προστασίας από τους επίδοξους εμπρηστές. Η σαδιστική απαγόρευση πρόσβασης σε κάθε χώρο πρασίνου εν μέσω καύσωνα κράτησε περίπου ένα μήνα και  εφαρμόστηκε ακόμα και στα αστικά άλση. Έτσι όποιος ήθελε να προσεγγίσει την Πάρνηθα ή τον Υμηττό, το λόφο Φιλοπάππου, το λόφο Στρέφη ή το πεδίο του Άρεως, το μόνο που συναντούσε ήταν κόκκινες κορδέλες, μπάτσους και την απειλή προστίμου χιλίων (1000) ευρώ.   

Οι απαγορεύσεις αυτές, φυσικά, αφορούσαν όλη την Ελλάδα και όχι μόνο τις πόλεις. Όπως είδαμε και στο ντοκιμαντέρ, στις περιοχές που βρίσκονταν υπό την άμεση απειλή της φωτιάς η τοπική αστυνομία εφάρμοσε την πολιτική των εκκενώσεων. Έτσι αντί να βλέπουμε πυροσβέστες και οχήματα με νερό, βλέπαμε μόνο μπάτσους. Οι ντόπιοι πληθυσμοί αφότου ενημερώθηκαν μέσω των μηνυμάτων του 112, εκκενώθηκαν άμεσα. Παράλληλα οι τοπικές αρχές απέκλεισαν την πρόσβαση σε όσους εθελοντές ήθελαν να πλησιάσουν για να βοηθήσουν στην πυρόσβεση. Αποτέλεσμα αυτής την πολιτικής ήταν να εγκαταλειφθούν χωριά και δασικές εκτάσεις να αφεθούν να καούν δίχως κανένας να είναι εκεί για να τα σώσει. Σε όσες περιοχές οι κάτοικοι δεν υπάκουσαν, ευτυχώς σώθηκαν.  

Δύο συμπεράσματα για αρχή: 

Πρώτον, η παραπάνω πολιτική ήταν προφανές ότι αποτελούσε απλά τη συνέχεια του δόγματος Νόμος και Τάξη, τη συνέχισης της πολιτικής lockdowns για την αντιμετώπιση του κορονοϊού, με διαφορετικό απλά περιτύλιγμα. Δεύτερον, όπως και στην περίπτωση του κορωνοϊού, αν και η δικαιολογία ήταν η προστασία απ’ τον αόρατο «εμπρηστή», το μήνυμα που προσπαθούσε να περάσει το κράτος στους υπηκόους του, ήταν ότι είναι «μεγάλος ρυθμιστής». Ότι μόνο το κράτος μπορεί να μας προστατέψει απ’ τις διάφορες απειλές, και πως απαραίτητη προϋπόθεσή για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης (εδώ οι πυρκαγιές) είναι η επιβολή μιας… μικρής και χωρικά προσδιορισμένης «χούντας». Αυτή τη φορά το πεδίο εφαρμογής αυτών των μικρών «χουντικών» καθεστώτων όπου την απόλυτη εξουσία την έχουν μονάχα οι κρατικοί υπάλληλοι, δεν ήταν οι πλατείες και τα πάρκα, αλλά τα βουνά. 

Όμως, για ένα καπιταλιστικό κράτος, όπως είναι το ελληνικό, όπου στο δάσος βλέπει μονάχα επενδυτικές ευκαιρίες, ειδικά τα τελευταία χρόνια μέσα από την ανάπτυξη των αιολικών εργοστασίων, η  καταστροφή 600.000 στρεμμάτων μέσα σε λίγες μέρες ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο της ανικανότητας των πυροσβεστικών δυνάμεων να ανταποκριθούν στην κατάσταση. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα.  

Εκείνες τις μέρες, εντύπωση έκανε επίσης μια ακόμη είδηση που κυκλοφόρησε στα ΜΜΕ και η οποία υπό άλλες συνθήκες ενδεχομένως θα περνούσε «στα ψιλά». Μέσα στον Αύγουστο, στα θερινά έδρανα της Βουλής, το κράτος προσπάθησε να περάσει κάτω από το χαλάκι την ιδιωτικοποίηση του μεγαλύτερου και σημαντικότερου εθνικού δρυμού της Ελλάδας, αυτή του Ολύμπου. Αυτή περιελάβανε την τοποθέτηση μπαρών ελέγχου εισόδου και την επιβολή εισιτηρίου 6 ευρώ το άτομο και 12 ευρώ για ΙΧ. Το επιχείρημα για το μέτρο αυτό ήταν πως η προστασία του Ολύμπου από τη μεγάλη επισκεψιμότητα θα διασφαλιζόταν μέσα από τον έλεγχο της πρόσβασης, ενώ το εισιτήριο θεωρητικά θα λειτουργούσε ως ανταποδοτικό πόρος για την ενίσχυση της πυροπροστασίας και τη συντήρηση των μονοπατιών. Ευτυχώς, αν και το σχέδιο νόμου ήταν έτοιμο, τελικά μετά από έντονες αντιδράσεις και λόγω της πυρκαγιών που ταυτόχρονα ακόμα έκαιγαν, έμεινε στα χαρτιά.  

Ένα τρίτο συμπέρασμα:  

Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει από τη μία την πολιτική εκκενώσεων με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα που είχε, την υποστελέχωση των πυροσβεστικών δυνάμεων, την ανυπαρξία προετοιμασίας και αντιπυρικής προστασίας τους μήνες πριν το καλοκαίρι, και από την άλλη το σχέδιο νόμου για τον Όλυμπο ή το πρόγραμμα επενδύσεων για ανάπτυξη των ΑΠΕ στα ελληνικά βουνά. Και το νήμα αυτό έχει ένα όνομα: κράτος και καπιταλιστική ανάπτυξη. Ο Αύγουστος του 2021 ήταν ακόμη μία απόδειξη ότι όταν οι αντιστάσεις υπαναχωρούν και το κράτος γίνεται ο «μεγάλος ρυθμιστής», τότε μόνο καταστροφή έχουμε να περιμένουμε. 

Για το κράτος και τους καπιταλιστές τα βουνά και τα δάση είναι μονάχα κεφάλαιο, επένδυση, μέσα παραγωγής και εργατική εκμετάλλευση. Για τους ανθρώπους που τα ζουν είναι μέσα επιβίωσης και αυτάρκειας, είναι ο βιος τους.  

Οι συνθήκες έκτακτης ανάγκης που δημιούργησαν οι πυρκαγιές λειτούργησαν απλά σαν καταλύτες, σαν επιταχυντές των διαδικασιών εκμετάλλευσης του φυσικού τοπίου απ’ το τεχνοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Αυτό που προσπάθησε το κράτος εκείνες τις μέρες ήταν να υφαρπάξει τα βουνά από τους ανθρώπου που τα ζουν.  

Οι μέρες εκείνες ανέδειξαν την δύναμη της Αλληλεγγύης και Αυτοοργάνωσης. Η αυτοοργάνωση των τοπικών κοινωνιών απέναντι στην πύρινη απειλή, η αλληλεγγύη του ενός δίπλα στην άλλη, αλλά και ανυπακοή απέναντι στις κρατικές εντολές για εκκένωση, ήταν η αμφισβήτηση ενός ολόκληρού αξιακού κανόνα. Ενός κανόνα που έρχεται από τα πάνω και που θέλει την ανάθεση και την ιδιοτέλεια να ηγεμονεύουν στις κοινωνίες μας. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αυτοί μας έδωσαν ένα μεγάλο παράδειγμα, όχι μόνο για τη δύναμη και το θάρρος που έδειξαν απέναντι στις φλόγες, αλλά γιατί μας έκαναν ένα μεγάλο μάθημα για το τι σημαίνει για όλους, από την Εύβοια μέχρι τα Πατήσια, η από-τα-κάτω υπεράσπιση της καθημερινής ανάσας μας, της χλωρίδας και της πανίδας και που συνήθως αποκαλείται ως Φυσικό Περιβάλλον. 

Σας ευχαριστούμε!